Η Ελλάδα αποχαιρετά μια από τις εμβληματικότερες μορφές της σύγχρονης διανόησης. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 99 ετών, αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο επιστημονικό και πνευματικό έργο που σφράγισε τη μελέτη της Βυζαντινής Ιστορίας και ανέδειξε διεθνώς το ελληνικό πνεύμα.
Η απώλειά της δεν αφορά μόνο τον ακαδημαϊκό κόσμο· αφορά το ίδιο το έθνος, καθώς υπήρξε μια διανοούμενη που υπερασπίστηκε με σθένος τη συνέχεια και τη διαχρονικότητα της ελληνικής ταυτότητας.
Μια πορεία διεθνούς ακτινοβολίας
Γεννημένη στη Σμύρνη το 1926, η Αρβελέρ έζησε τα πρώτα της χρόνια σε μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων για τον Ελληνισμό. Σπούδασε στην Αθήνα και στη συνέχεια ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στη Γαλλία, όπου διακρίθηκε ως κορυφαία βυζαντινολόγος.
Το 1976 έγινε η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην ιστορία του Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, γεγονός που αποτέλεσε σταθμό όχι μόνο για την ίδια αλλά και για τη θέση των γυναικών στην ευρωπαϊκή ακαδημαϊκή κοινότητα.
Η Βυζαντινή Ιστορία ως θεμέλιο ελληνικής συνέχειας
Η συμβολή της στη μελέτη του Βυζαντίου υπήρξε καθοριστική. Με έργα που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, ανέδειξε τη βυζαντινή αυτοκρατορία όχι ως «σκοτεινό μεσαίωνα», αλλά ως κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής και ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας.
Η ίδια υπογράμμιζε ότι το Βυζάντιο αποτελεί αναπόσπαστο κρίκο της ελληνικής ιστορικής συνέχειας, αντιστεκόμενη σε ερμηνείες που αποσυνδέουν τον μεσαιωνικό ελληνισμό από την αρχαιότητα και τη σύγχρονη Ελλάδα.
Η δημόσια παρέμβαση και ο λόγος της
Πέρα από την ακαδημαϊκή της δράση, η Αρβελέρ είχε έντονη δημόσια παρουσία. Με παρεμβάσεις σε εθνικά ζητήματα, πολιτιστικά θέματα και ζητήματα ταυτότητας, υπήρξε φωνή κύρους και νηφαλιότητας.
Τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών και έλαβε δεκάδες διακρίσεις διεθνώς. Παρά τη μακρά παραμονή της στο Παρίσι, ουδέποτε απομακρύνθηκε πνευματικά από την Ελλάδα.
Κληρονομιά που υπερβαίνει τον χρόνο
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν υπήρξε απλώς μια ιστορικός. Υπήρξε γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Το έργο της θα συνεχίσει να διδάσκει γενιές φοιτητών και ερευνητών, ενώ η σκέψη της θα παραμένει σημείο αναφοράς για όσους αναζητούν την ουσία της ελληνικής ιστορικής συνέχειας.
Η απουσία της αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Όμως η παρακαταθήκη της αποδεικνύει ότι οι μεγάλες μορφές δεν φεύγουν μετατρέπονται σε σταθερά σημεία του συλλογικού μας ορίζοντα.
