Η συζήτηση για την πιθανή πώληση προηγμένων μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στο Ισραήλ και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία: Τη διατήρηση του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος του Ισραήλ χωρίς να έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Η μυστική διπλωματία Νετανιάχου και η Lockheed Martin
Σύμφωνα με πληροφορίες από το Al-Monitor, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε μυστική και μακρά συνάντηση στην Ιερουσαλήμ με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Lockheed Martin, Φρανκ Σεντ Τζον. Στόχος της συνάντησης ήταν η διασφάλιση ότι το Ισραήλ θα διατηρήσει το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημά του, ακόμη και αν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να εξοπλίσουν περιφερειακές δυνάμεις με το πιο προηγμένο stealth μαχητικό του πλανήτη.
Οι πληροφορίες κάνουν λόγο για συζητήσεις δύσκολες και απογοητευτικές για την ισραηλινή πλευρά, στοιχείο που αποτυπώνει το πόσο περιορισμένα είναι τα περιθώρια ελιγμών της Ιερουσαλήμ απέναντι στις αμερικανικές στρατηγικές επιλογές.
Γιατί η Τουρκία αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή
Παρότι η Σαουδική Αραβία εμφανίζεται συχνά ως ο πρώτος αποδέκτης ενδεχόμενων F-35, για το Ισραήλ η πραγματική ανησυχία έχει όνομα: Τουρκία. Η Άγκυρα, υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχει υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια μια ανοιχτά αναθεωρητική και επιθετική ρητορική, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά επεκτείνεται και στο ίδιο το Ισραήλ.
Οι δηλώσεις Ερντογάν περί στρατιωτικής δράσης, σε συνδυασμό με την εμπειρία της Τουρκίας σε περιφερειακές επεμβάσεις (Λιβύη, Ναγκόρνο Καραμπάχ), καθιστούν την προοπτική απόκτησης F-35 από την Άγκυρα εξαιρετικά ανησυχητική για την ισραηλινή ασφάλεια.
Το F-35 ως παράγοντας ανατροπής ισορροπιών
Το F-35 δεν είναι απλώς ένα ακόμη μαχητικό αεροσκάφος. Οι δυνατότητες stealth, τα εξελιγμένα συστήματα αισθητήρων και η ανεξάρτητη επιχειρησιακή του λειτουργία το καθιστούν εργαλείο αιφνιδιασμού και στρατηγικής υπεροχής.
Το Ισραήλ αξιοποιεί τα F-35 από το 2017, έχοντας προχωρήσει σε ειδικές τροποποιήσεις με αμερικανική έγκριση. Ωστόσο, η διάχυση αυτής της τεχνολογίας σε χώρες όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία θα ακυρώσει σε μεγάλο βαθμό το πλεονέκτημα της αποκλειστικότητας, μετατρέποντας ένα ισραηλινό όπλο αποτροπής σε δυνητική απειλή.
Η στάση Νετανιάχου και η εξάρτηση από τον Τραμπ
Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν ο Νετανιάχου δεν δίσταζε να κινητοποιήσει το Κογκρέσο και το ισχυρό εβραϊκό λόμπι στις ΗΠΑ, σήμερα εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτικός. Η στρατηγική επιλογή του είναι ξεκάθαρη: Καμία δημόσια αντιπαράθεση με τον Τραμπ.
Η εξάρτηση του Ισραήλ από την πολιτική και στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ, ιδιαίτερα απέναντι στο Ιράν, περιορίζει δραστικά τις επιλογές του Ισραηλινού πρωθυπουργού. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο σιωπηλή, παρασκηνιακή διπλωματία, με αμφίβολα όμως αποτελέσματα.
Τι σημαίνει για Ελλάδα και Κύπρο
Η προοπτική επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 δεν αφορά μόνο το Ισραήλ. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, μια Τουρκία εξοπλισμένη με stealth μαχητικά αλλάζει ριζικά τα δεδομένα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η αεροπορική ισορροπία, η έγκαιρη προειδοποίηση και η αποτρεπτική ισχύς θα δεχθούν σοβαρό πλήγμα, ιδίως αν η Άγκυρα συνδυάσει τα F-35 με επιθετική στρατηγική και αναθεωρητικό δόγμα. Το ζήτημα, συνεπώς, αποκτά άμεση εθνική διάσταση για την Αθήνα, η οποία καλείται να αξιολογήσει εγκαίρως τις εξελίξεις.
Η υπόθεση των F-35 αποκαλύπτει μια βαθύτερη γεωπολιτική αλήθεια: Οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο μεταβάλλονται όχι μόνο με δηλώσεις και συμμαχίες, αλλά με συγκεκριμένες αποφάσεις εξοπλισμών. Αν η Τουρκία αποκτήσει πρόσβαση στο πιο προηγμένο μαχητικό του κόσμου, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στο Ισραήλ. Θα αγγίξουν άμεσα την Ελλάδα, την Κύπρο και τη συνολική ασφάλεια της περιοχής – και τότε, οι σημερινές «σιωπές» ίσως αποδειχθούν στρατηγικά ακριβές.
