Περίληψη Άρθρου
–
Sahiel.gr
- 1. Η Ισπανία επιβάλλει προσωρινούς συνοριακούς ελέγχους στις αφίξεις από την Ιταλία έως τις 7 Σεπτεμβρίου, απαντώντας στα αντίστοιχα μέτρα της Ρώμης.
- 2. Η αντιπαράθεση πυροδοτήθηκε από τη μαζική μεταναστευτική εισροή στη Θέουτα, όπου περίπου 72.000 άνθρωποι πέρασαν από το Μαρόκο σε ισπανικό έδαφος.
- 3. Η κυβέρνηση Μελόνι συνδέει τους ελέγχους με την εθνική ασφάλεια και τον κίνδυνο δευτερογενών μεταναστευτικών ροών, απορρίπτοντας τις πιέσεις της Μαδρίτης.
- 4. Η κρίση δημιουργεί νέο ρήγμα στη ζώνη Σένγκεν και αναδεικνύει τη βαθύτερη έλλειψη κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη μετανάστευση και την προστασία των εξωτερικών συνόρων.
- 5. Οι εξελίξεις αφορούν άμεσα και την Ελλάδα, καθώς δείχνουν πώς μια αιφνίδια μεταναστευτική πίεση στα εξωτερικά σύνορα μπορεί να εξελιχθεί σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας και ευρωπαϊκής συνοχής.
Η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα δεν περιορίζεται πλέον στις ακτές της Βόρειας Αφρικής. Μετατρέπεται σε πολιτική και θεσμική αντιπαράθεση στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς Ισπανία και Ιταλία —δύο κράτη-μέλη της ΕΕ και σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ— προχωρούν σε αμοιβαίους συνοριακούς ελέγχους.
Η Μαδρίτη ανακοίνωσε ότι από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου εισάγει προσωρινούς ελέγχους σε αφίξεις από την Ιταλία, με το μέτρο να προβλέπεται να παραμείνει σε ισχύ έως τις 7 Σεπτεμβρίου. Η κίνηση αποτελεί απάντηση στους ελέγχους που είχε ήδη επιβάλει η Ρώμη στις αφίξεις από την Ισπανία μετά τη μαζική είσοδο μεταναστών στη Θέουτα.
Πίσω όμως από την αντιπαράθεση Μαδρίτης και Ρώμης βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: πόσο ανθεκτική παραμένει η Ευρώπη χωρίς εσωτερικά σύνορα όταν ένα κράτος-μέλος θεωρεί ότι η μεταναστευτική πολιτική ενός άλλου δημιουργεί κίνδυνο για τη δική του ασφάλεια;
Η Θέουτα έγινε η αφετηρία μιας ευρωπαϊκής κρίσης
Η αφορμή ήταν οι πρωτοφανείς σκηνές της 30ής και 31ης Ιουλίου στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στη βόρεια ακτή της Αφρικής.
Περίπου 72.000 άνθρωποι πέρασαν στη Θέουτα, δημιουργώντας μια κατάσταση που ξεπέρασε κατά πολύ τις δυνατότητες των τοπικών δομών. Σύμφωνα με ισπανικά στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, περίπου 70.000 επέστρεψαν στη συνέχεια στο Μαρόκο, γεγονός που σημαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα της αρχικής εισροής δεν παρέμεινε στο ισπανικό έδαφος.
Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν ήταν αρκετό για να περιορίσει τις πολιτικές συνέπειες.
Η εικόνα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων να περνούν μέσα σε εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα ένα εξωτερικό ευρωπαϊκό σύνορο προκάλεσε έντονη αντίδραση σε κυβερνήσεις που ζητούν αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική. Η κρίση οδήγησε μάλιστα σε νέα συζήτηση μεταξύ των Ευρωπαίων υπουργών Εσωτερικών για ενίσχυση των ελέγχων, αποτελεσματικότερες επιστροφές και αντιμετώπιση των δικτύων διακίνησης.
Και στο επίκεντρο αυτής της αντίδρασης βρέθηκε η Ιταλία.
Η Μελόνι κινήθηκε πρώτη – Έλεγχοι στις αφίξεις από την Ισπανία
Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι αντέδρασε στην κρίση επιβάλλοντας προσωρινούς ελέγχους στις αφίξεις από την Ισπανία.
Επειδή οι δύο χώρες δεν διαθέτουν κοινά χερσαία σύνορα, οι ιταλικοί έλεγχοι αφορούν ουσιαστικά αεροπορικές και θαλάσσιες πύλες εισόδου, με ιδιαίτερη προσοχή στους υπηκόους τρίτων χωρών που ταξιδεύουν από ισπανικό έδαφος.
Η Ρώμη παρουσίασε την απόφασή της ως έκτακτο μέτρο προστασίας της εθνικής ασφάλειας και πρόληψης πιθανών δευτερογενών μετακινήσεων προς την Ιταλία.
Το μήνυμα της Μελόνι ήταν σαφές: Η Ιταλία δεν προτίθεται να περιμένει να διαπιστώσει εκ των υστέρων εάν μια μεγάλη μεταναστευτική εισροή σε άλλο κράτος της ΕΕ μπορεί να εξελιχθεί σε μετακίνηση προς την ιταλική επικράτεια.
Η επιλογή αυτή έχει και σαφή πολιτική διάσταση. Η μετανάστευση αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες της πολιτικής ταυτότητας της κυβέρνησης Μελόνι και η Ρώμη επιχειρεί εδώ και χρόνια να περιορίσει τις αφίξεις μέσω της Μεσογείου.
Η Μαδρίτη απάντησε: «Τορπίλη στην ευρωπαϊκή ενότητα»
Η ισπανική αντίδραση ήταν εξαιρετικά έντονη. Η κυβέρνηση χαρακτήρισε τους ιταλικούς ελέγχους άδικους και επιζήμιους για τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας ότι δημιουργείται διαφορετική μεταχείριση εις βάρος ανθρώπων που ταξιδεύουν από την Ισπανία.
Ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες χρησιμοποίησε ακόμη σκληρότερη γλώσσα, περιγράφοντας την κίνηση ως «τορπίλη» στην ευρωπαϊκή ενότητα.
Η Μαδρίτη ζήτησε την άρση των ελέγχων και προειδοποίησε ότι διαφορετικά θα απαντούσε με αναλογικά μέτρα. Η απειλή τελικά πραγματοποιήθηκε ταχύτατα. Η Ισπανία ανακοίνωσε ότι οι δικοί της έλεγχοι σε αεροδρόμια και λιμάνια για ταξιδιώτες που φθάνουν από την Ιταλία ξεκινούν τα μεσάνυχτα και θα διαρκέσουν έως τις 7 Σεπτεμβρίου.
Έτσι, μια μεταναστευτική κρίση στα σύνορα Ισπανίας–Μαρόκου κατέληξε μέσα σε λίγες ημέρες σε αμοιβαία περιοριστικά μέτρα μεταξύ δύο μεγάλων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ρώμη: «Η Ιταλία δεν δέχεται τελεσίγραφα»
Η απάντηση της ιταλικής κυβέρνησης στην ισπανική πίεση ήταν εξίσου σκληρή. Η Ρώμη ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να αναθεωρήσει άμεσα την απόφασή της, επικαλούμενη ανησυχίες για πιθανή νέα μεταναστευτική πίεση στα μέσα Αυγούστου.
Σύμφωνα με την ιταλική θέση, οποιαδήποτε επανεξέταση των μέτρων θα μπορούσε να γίνει μόνο όταν υπάρξει επαρκής βεβαιότητα ότι δεν υφίσταται κίνδυνος νέου κύματος ή μετακίνησης παράτυπων μεταναστών προς άλλα τμήματα της Ευρώπης.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που μετατοπίζει το ζήτημα από την απλή διαχείριση της μετανάστευσης στην έννοια της εθνικής ασφάλειας. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι όταν ένα κράτος θεωρεί ότι οι επιλογές ενός εταίρου του μπορούν να επηρεάσουν την εσωτερική του ασφάλεια, η λογική της αμοιβαίας εμπιστοσύνης —πάνω στην οποία στηρίζεται η Σένγκεν— αρχίζει να δοκιμάζεται.
Τι πραγματικά επιτρέπει η Συνθήκη Σένγκεν
Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση. Η Σένγκεν δεν απαγορεύει απολύτως την προσωρινή επαναφορά ελέγχων. Ο ισχύων Κώδικας Συνόρων Σένγκεν προβλέπει ότι ένα κράτος-μέλος μπορεί, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να επαναφέρει προσωρινά ελέγχους όταν υπάρχει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια.
Οι κανόνες μάλιστα αναγνωρίζουν ως πιθανή σοβαρή απειλή μια εξαιρετική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αιφνίδιες και μεγάλης κλίμακας μη εξουσιοδοτημένες μετακινήσεις υπηκόων τρίτων χωρών μεταξύ κρατών-μελών, εφόσον αυτές επιβαρύνουν σημαντικά τις αρμόδιες αρχές και απειλούν τη λειτουργία του χώρου χωρίς εσωτερικούς συνοριακούς ελέγχους.
Υπάρχει όμως μια βασική αρχή: Η επαναφορά των εσωτερικών συνοριακών ελέγχων πρέπει να αποτελεί έσχατο μέτρο και να είναι αναγκαία, αναλογική και περιορισμένη χρονικά. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο ενδέχεται να επικεντρωθεί η ευρωπαϊκή συζήτηση γύρω από τις αποφάσεις Ρώμης και Μαδρίτης.
Το βαθύτερο πρόβλημα: Η εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών
Η υπόθεση έχει μεγαλύτερη σημασία από τους ίδιους τους ελέγχους. Η Σένγκεν λειτουργεί επειδή κάθε κράτος εμπιστεύεται ότι το άλλο φυλάσσει αποτελεσματικά το τμήμα των εξωτερικών ευρωπαϊκών συνόρων που βρίσκεται υπό την ευθύνη του.
Εάν αυτή η εμπιστοσύνη αρχίσει να υποχωρεί, εμφανίζεται ένα φαινόμενο ντόμινο: Ένα κράτος αντιμετωπίζει μεγάλη εισροή στα εξωτερικά σύνορα, ένα δεύτερο φοβάται δευτερογενείς μετακινήσεις και επαναφέρει ελέγχους, το πρώτο απαντά με αντίμετρα και σύντομα η ελεύθερη κυκλοφορία μετατρέπεται από αυτονόητη ευρωπαϊκή αρχή σε δικαίωμα υπό όρους.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της αντιπαράθεσης Ιταλίας–Ισπανίας.
Δεν πρόκειται ακόμη για κατάρρευση της Σένγκεν. Είναι όμως ένα ακόμη σημάδι ότι τα εθνικά σύνορα επιστρέφουν ως πολιτικό εργαλείο μέσα στην ίδια την Ευρώπη.
Η μετανάστευση διχάζει ξανά την Ευρώπη
Η Θέουτα αποκάλυψε επίσης κάτι που οι Βρυξέλλες δυσκολεύονται εδώ και χρόνια να επιλύσουν: τα κράτη-μέλη δεν έχουν την ίδια αντίληψη ούτε για το επίπεδο του κινδύνου ούτε για τον τρόπο αντιμετώπισής του.
Στη μία πλευρά βρίσκονται κυβερνήσεις που θεωρούν ότι η προστασία των εξωτερικών συνόρων πρέπει να προηγείται σχεδόν κάθε άλλης προτεραιότητας. Στην άλλη, κυβερνήσεις που επιμένουν περισσότερο στην κοινή ευρωπαϊκή διαχείριση, στις διαδικασίες ασύλου και στην αποφυγή μονομερών ενεργειών που αποδυναμώνουν τη Σένγκεν.
Η πραγματικότητα, όμως, πιέζει και τις δύο πλευρές.
Όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι μπορούν να εμφανιστούν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε ένα εξωτερικό σύνορο, το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο το κράτος πρώτης υποδοχής.
Μετατρέπεται σε ζήτημα ευρωπαϊκής συνοχής, ασφάλειας και κυριαρχίας.
Σχετικό θέμα στο Sahiel.gr: Frontex, Τουρκία και οι κίνδυνοι της παράτυπης μετανάστευσης στην Ευρώπη
Το Μαρόκο βρίσκεται στο γεωπολιτικό υπόβαθρο
Υπάρχει, ωστόσο, και μία δεύτερη διάσταση που δεν πρέπει να υποτιμηθεί: το Μαρόκο. Η γεωγραφική θέση της χώρας το καθιστά καθοριστικό παράγοντα στον έλεγχο των μεταναστευτικών διαδρομών προς την Ισπανία.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει αποδείξει ότι οι σχέσεις της Ευρώπης με κράτη της Βόρειας Αφρικής δεν αφορούν πλέον αποκλειστικά το εμπόριο, την ενέργεια ή την παραδοσιακή διπλωματία.
Αφορούν και τον έλεγχο των ανθρώπινων ροών. Αυτό δημιουργεί μια ιδιόμορφη γεωπολιτική εξάρτηση.
Όσο περισσότερο η Ευρώπη βασίζεται σε τρίτα κράτη για να περιορίζουν τις μεταναστευτικές ροές πριν αυτές φτάσουν στα ευρωπαϊκά σύνορα, τόσο μεγαλύτερη διαπραγματευτική αξία αποκτούν αυτά τα κράτη.
Η μετανάστευση μπορεί έτσι να μετατραπεί από ανθρωπιστικό και κοινωνικό ζήτημα σε μοχλό εξωτερικής πολιτικής και άσκησης πίεσης. Και για χώρες όπως η Ελλάδα, η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Γιατί η υπόθεση αφορά άμεσα και την Ελλάδα
Η Ελλάδα γνωρίζει καλύτερα από πολλά ευρωπαϊκά κράτη τι σημαίνει να αποτελείς εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αιγαίο και Έβρος αποτελούν ταυτόχρονα ελληνικά και ευρωπαϊκά σύνορα. Το προηγούμενο της Θέουτα υπενθυμίζει ότι οι μεταναστευτικές ροές μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αποκτήσουν χαρακτηριστικά γεωπολιτικής πίεσης.
Η Αθήνα έχει ήδη βιώσει ανάλογη πραγματικότητα στον Έβρο το 2020, όταν χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στα ελληνοτουρκικά σύνορα έπειτα από την απόφαση της Άγκυρας να δηλώσει ότι δεν θα εμποδίζει πλέον όσους επιθυμούσαν να κινηθούν προς την Ευρώπη.
Γι’ αυτό η ελληνική οπτική οφείλει να ξεπερνά το απλοϊκό δίλημμα «ανοιχτά ή κλειστά σύνορα».
Το πραγματικό ζήτημα είναι εάν η Ευρώπη διαθέτει μηχανισμό που να εγγυάται ότι ένα κράτος δεν θα μείνει μόνο του απέναντι σε μια αιφνίδια μαζική πίεση — και ότι τρίτες χώρες δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν ανθρώπινες ροές ως μέσο διαπραγμάτευσης.
Οι νεκροί της Θέουτα υπενθυμίζουν την ανθρώπινη διάσταση
Πίσω από τη γεωπολιτική αντιπαράθεση υπάρχει και μια βαριά ανθρώπινη τραγωδία. Οι ισπανικές αρχές έχουν αναφέρει περισσότερους από 80 νεκρούς από την κρίση, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν δώσει ακόμη υψηλότερες εκτιμήσεις.
Μεταξύ όσων παρέμειναν στη Θέουτα βρίσκονται και ανήλικοι.
Αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση για κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση: η προστασία των συνόρων και η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δύο πραγματικότητες που αλληλοαναιρούνται.
Ένα σοβαρό κράτος οφείλει να μπορεί να ελέγχει ποιος εισέρχεται στην επικράτειά του, να αντιμετωπίζει τα δίκτυα διακίνησης και πιθανές οργανωμένες απόπειρες εργαλειοποίησης της μετανάστευσης, αλλά παράλληλα να τηρεί το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο και να προστατεύει ανθρώπους που βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.
Η Ευρώπη μπροστά σε ένα δύσκολο ερώτημα
Η αντιπαράθεση Ισπανίας–Ιταλίας μπορεί να αποκλιμακωθεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Οι συνοριακοί έλεγχοι είναι προσωρινοί και το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ακριβώς τον έκτακτο χαρακτήρα τέτοιων μέτρων.
Αυτό όμως δεν αναιρεί το πολιτικό προηγούμενο. Η Ρώμη ουσιαστικά είπε ότι δεν εμπιστεύεται πλήρως τις συνέπειες της διαχείρισης της Μαδρίτης. Και η Μαδρίτη απάντησε ότι εάν η Ιταλία υψώσει σύνορα απέναντί της, θα πράξει το ίδιο. Αυτό είναι πολύ σοβαρότερο από έναν πρόσθετο έλεγχο διαβατηρίου σε ένα αεροδρόμιο.
Είναι μια μικρή ρωγμή στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ο χώρος Σένγκεν.
Η Θέουτα απέδειξε πόσο γρήγορα μια τοπική συνοριακή κρίση μπορεί να μετατραπεί σε ευρωπαϊκή πολιτική σύγκρουση. 72.000 αφίξεις, δεκάδες νεκροί, δύο μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες σε αντιπαράθεση και η Σένγκεν ξανά υπό πίεση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματικότητα που δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο με διακηρύξεις αλληλεγγύης. Χρειάζεται αποτελεσματική προστασία των εξωτερικών συνόρων, κοινή πολιτική επιστροφών, συνεργασία με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης και —κυρίως— μηχανισμούς που αποτρέπουν την εργαλειοποίηση ανθρώπινων πληθυσμών για πολιτικούς ή γεωπολιτικούς σκοπούς.
Για την Ελλάδα το μήνυμα είναι ακόμη πιο σαφές, τα σύνορα δεν είναι μια αφηρημένη γραμμή στον χάρτη. Είναι ο χώρος όπου συναντώνται κυριαρχία, ασφάλεια, δημογραφία, εξωτερική πολιτική και εθνική ευθύνη.
Και όταν η εμπιστοσύνη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών αρχίζει να υποχωρεί, κάθε χώρα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή οφείλει να γνωρίζει ότι η προστασία των συνόρων της παραμένει, τελικά, πρωτίστως δική της ευθύνη.

