Περίληψη Άρθρου
–
Sahiel.gr
- Η Βουλή της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε στις 20 Οκτωβρίου 2026 το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο του 2019.
- Η απόφαση σηματοδοτεί σημαντική προσέγγιση της Τουρκίας με το στρατόπεδο του Χαλίφα Χαφτάρ.
- Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση απορρίπτουν τη συμφωνία ως αντίθετη προς το Δίκαιο της Θάλασσας και τα δικαιώματα τρίτων κρατών.
- Η Κρήτη και οι ενεργειακές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.
- Η μεταβολή των λιβυκών συμμαχιών δημιουργεί νέα διπλωματικά δεδομένα για την Ελλάδα και την Αίγυπτο.
- Η ελληνική στρατηγική καλείται να συνδυάσει νομική τεκμηρίωση, διπλωματία και αξιόπιστη αποτροπή.
Η Ανατολική Μεσόγειος μπροστά σε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα
Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι διπλωματικές ισορροπίες μεταβάλλονται ταχύτερα από ό,τι οι επίσημες διακηρύξεις των κυβερνήσεων. Στο επίκεντρο βρίσκεται ξανά το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο του 2019, μια συμφωνία που η Ελλάδα θεωρεί αντίθετη προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, καθώς αγνοεί την επήρεια ελληνικών νησιών στον καθορισμό θαλάσσιων ζωνών.
Η σημασία των τελευταίων εξελίξεων δεν περιορίζεται στις γραμμές ενός χάρτη. Αφορά τη συνολικότερη προσπάθεια της Τουρκίας να μετατρέψει τη στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική παρουσία της στη Λιβύη σε μόνιμο γεωπολιτικό πλεονέκτημα.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και το Καστελλόριζο βρίσκονται στον πυρήνα μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για τις θαλάσσιες ζώνες, τις ενεργειακές διαδρομές και την κατανομή ισχύος στην περιοχή. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν η Άγκυρα θα συνεχίσει να υπερασπίζεται το μνημόνιο. Είναι εάν μπορεί να δημιουργήσει ένα πλέγμα περιφερειακών συμμαχιών που θα καταστήσει δυσκολότερη την ελληνική διπλωματική και ενεργειακή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η απόφαση της 20ής Οκτωβρίου: Γιατί αποτελεί σημείο καμπής
Στις 20 Οκτωβρίου 2026, η Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε το μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης που είχε υπογραφεί μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Σύμφωνα με το Reuters, η απόφαση συνοδεύτηκε από την ανατροπή της προηγούμενης πολιτικής απομάκρυνσης από την Τουρκία. Το ίδιο κοινοβούλιο, που το 2020 είχε απορρίψει τη συμφωνία και είχε διακόψει τις πολιτικές σχέσεις με την Άγκυρα, αποφάσισε τώρα να την υποστηρίξει.

Η ανατροπή αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της σχέσης του ανατολικού λιβυκού στρατοπέδου με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ.
Κατά τη διάρκεια του λιβυκού εμφυλίου, η Τουρκία είχε στηρίξει στρατιωτικά την κυβέρνηση της Τρίπολης απέναντι στις δυνάμεις του Χαφτάρ. Η τουρκική επέμβαση του 2019–2020 συνέβαλε καθοριστικά στην αποτυχία της επίθεσης εναντίον της λιβυκής πρωτεύουσας.
Επτά χρόνια αργότερα, η ίδια πολιτική και στρατιωτική πλευρά που πολέμησε την τουρκική παρουσία εμφανίζεται να αποδέχεται μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές συμφωνίες της Άγκυρας. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι όλες οι εσωτερικές αντιθέσεις στη Λιβύη έχουν εξαφανιστεί. Δείχνει, όμως, ότι η τουρκική διπλωματία κατόρθωσε να δημιουργήσει σχέσεις συνεργασίας και με τους δύο βασικούς πόλους εξουσίας της χώρας.
Το Al Jazeera καταγράφει ότι η προσέγγιση συνοδεύτηκε από στρατιωτικές επαφές και συνεργασία σε εγκαταστάσεις και συστήματα επιτήρησης.
Ο παράγοντας Σαντάμ Χαφτάρ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος του Σαντάμ Χαφτάρ, γιου του στρατάρχη και υψηλόβαθμου στελέχους των δυνάμεων της ανατολικής Λιβύης. Ο ίδιος χαιρέτισε την κοινοβουλευτική έγκριση, συνδέοντάς την με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Λιβύης και τη διεύρυνση της συνεργασίας με την Τουρκία.
Παράλληλα, διεθνείς αναλυτές εξετάζουν τη σχέση της τουρκολιβυκής προσέγγισης με τις μελλοντικές πολιτικές φιλοδοξίες του Σαντάμ Χαφτάρ.
Η ιταλική εφημερίδα Il Foglio συνδέει την απόφαση με την προσπάθεια ενίσχυσης της πολιτικής θέσης της οικογένειας Χαφτάρ. Πρόκειται για ερμηνεία της εφημερίδας και όχι για επιβεβαιωμένη συμφωνία ανταλλαγής πολιτικής υποστήριξης.
Από γεωπολιτική άποψη, διαμορφώνεται μια πιθανή σύγκλιση συμφερόντων: η οικογένεια Χαφτάρ επιδιώκει διεθνή αναγνώριση και πολιτική επιρροή, ενώ η Τουρκία ενδιαφέρεται να κατοχυρώσει τη θέση της στη Λιβύη ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση θα επικρατήσει μελλοντικά.
Η τουρκική στρατηγική: Από τη στρατιωτική επέμβαση στη διπλωματική επιρροή
Η Άγκυρα αντιμετωπίζει τη Λιβύη ως έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς εταίρους της στη Βόρεια Αφρική. Η χώρα διαθέτει σημαντικούς ενεργειακούς πόρους, εκτεταμένες ακτές στη Μεσόγειο και γεωγραφική θέση που επιτρέπει την ανάπτυξη στρατιωτικών, εμπορικών και ενεργειακών σχέσεων με την Ευρώπη και την Αφρική.
Η τουρκική πολιτική φαίνεται να στηρίζεται σε τρεις αλληλοσυμπληρούμενους άξονες.
Πρώτος άξονας: Πολιτική παρουσία και στις δύο πλευρές της Λιβύης
Η Τουρκία διατήρησε τη συνεργασία της με τις αρχές της Τρίπολης, ενώ σταδιακά ανέπτυξε επαφές με τη Βεγγάζη. Αυτή η διπλή προσέγγιση περιορίζει τον κίνδυνο απώλειας επιρροής σε περίπτωση εσωτερικής πολιτικής μεταβολής.
Είναι επίσης ένας τρόπος να διατηρεί η Άγκυρα συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της χώρας.
Δεύτερος άξονας: Στρατιωτική παρουσία
Η Τουρκία διαθέτει ήδη σημαντική στρατιωτική επιρροή στη δυτική Λιβύη. Η προσέγγιση με την ανατολική πλευρά δημιουργεί προϋποθέσεις για ευρύτερη συνεργασία σε θέματα εκπαίδευσης, επιτήρησης και στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Ο αναλυτής Jalel Harchaoui σύμφωνα με το Reuters, εκτίμησε ότι η νέα κοινοβουλευτική απόφαση θα μπορούσε να διευκολύνει τη διεύρυνση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην ανατολική Λιβύη.
Δεν πρόκειται για επιβεβαιωμένη εγκατάσταση νέας τουρκικής βάσης. Ωστόσο, η προοπτική αυτή έχει γεωστρατηγική βαρύτητα. Μια πιο σταθερή τουρκική στρατιωτική παρουσία στη βόρεια αφρικανική ακτή θα επηρέαζε τους περιφερειακούς υπολογισμούς της Ελλάδας, της Αιγύπτου και άλλων κρατών της Μεσογείου.
Τρίτος άξονας: Ενεργειακή και οικονομική διείσδυση
Η ενεργειακή διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Το 2025, η τουρκική κρατική εταιρεία TPAO και η λιβυκή National Oil Corporation υπέγραψαν μνημόνιο για γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες σε υπεράκτιες περιοχές.
Τον Φεβρουάριο του 2026, η TPAO εξασφάλισε επίσης συμμετοχή σε δύο ερευνητικά τεμάχια κατά τη διαδικασία παραχώρησης ενεργειακών δικαιωμάτων της Λιβύης, σύμφωνα με το Anadolu. Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι η τουρκική πολιτική δεν εξαντλείται στη νομική υποστήριξη του μνημονίου.
Συνδέεται με πραγματικά οικονομικά συμφέροντα, ενεργειακές επενδύσεις και τη δυνατότητα ανάπτυξης μακροχρόνιας παρουσίας στη λιβυκή αγορά.
Η Κρήτη στο επίκεντρο της θαλάσσιας αντιπαράθεσης

Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο δημιουργεί σοβαρή διαφωνία για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία υποστηρίζει ότι η οριοθέτηση πρέπει να λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τη γεωγραφία των ηπειρωτικών ακτών και την αρχή της ευθυδικίας.
Η Ελλάδα αντιτείνει ότι η συγκεκριμένη συμφωνία παραβλέπει τα θαλάσσια δικαιώματα ελληνικών νησιών, κυρίως της Κρήτης, της Ρόδου και της Καρπάθου.
Σύμφωνα με το άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα νησιά που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις διαθέτουν δικαιώματα σε χωρική θάλασσα, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να διακρίνεται η ύπαρξη θαλάσσιων δικαιωμάτων από την ακριβή επήρεια που μπορεί να αναγνωριστεί σε ένα νησί κατά την οριοθέτηση επικαλυπτόμενων αξιώσεων.
Η διεθνής νομολογία εξετάζει τις ιδιαίτερες γεωγραφικές συνθήκες κάθε περίπτωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα νησιά στερούνται αυτομάτως θαλάσσιων δικαιωμάτων. Η ελληνική ένσταση αφορά, επομένως, όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα μιας οριοθέτησης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η τουρκολιβυκή συμφωνία αντιμετωπίζει την παρουσία ελληνικών νησιωτικών εδαφών.
Η νομική διάσταση της νέας απόφασης
Η έγκριση από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης ενισχύει την εσωτερική πολιτική υποστήριξη του μνημονίου. Δεν σημαίνει, όμως, ότι η συμφωνία αποκτά αυτομάτως ισχύ έναντι τρίτων κρατών. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Η κοινοβουλευτική αποδοχή μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Τουρκίας και της Λιβύης. Δεν μπορεί από μόνη της να καταργήσει δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο για άλλα κράτη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση απορρίπτει το μνημόνιο
Η ευρωπαϊκή αντίδραση υπήρξε άμεση. Στις 20 Οκτωβρίου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα επανέλαβαν την αντίθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη συμφωνία.
Η κοινή δήλωση υπογράμμισε ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συμμορφώνεται με το Δίκαιο της Θάλασσας και είναι άκυρο κατά την ευρωπαϊκή θέση.
Επαναβεβαιώθηκε, παράλληλα, η αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η αντίδραση αυτή έχει διπλή σημασία.
Αφενός διατηρεί την ευρωπαϊκή νομική και πολιτική υποστήριξη στις ελληνικές θέσεις. Αφετέρου δείχνει ότι η τουρκική διπλωματική επιτυχία στη Λιβύη δεν μεταφράζεται σε αποδοχή του μνημονίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παραμένει, ωστόσο, το ζήτημα της πρακτικής αποτελεσματικότητας.
Οι διπλωματικές δηλώσεις είναι σημαντικές, αλλά δεν υποκαθιστούν την ενεργό πολιτική παρουσία, τις διακρατικές συμφωνίες και την άσκηση νόμιμων κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Ο ρόλος της Αιγύπτου και η αναδιάταξη των περιφερειακών συμμαχιών
Η Αίγυπτος αποτελεί έναν από τους πλέον ενδιαφέροντες παράγοντες της υπόθεσης. Το Κάιρο διατηρούσε στενές σχέσεις με το στρατόπεδο Χαφτάρ και είχε στηρίξει πολιτικά την ανατολική Λιβύη. Παράλληλα, το 2020 υπέγραψε με την Ελλάδα συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ, η οποία βρίσκεται σε αντίθεση με τις τουρκολιβυκές θαλάσσιες αξιώσεις.
Η μετατόπιση της Βεγγάζης προς την Άγκυρα δημιουργεί επομένως ένα νέο διπλωματικό πρόβλημα για την Αίγυπτο. Δεν σημαίνει ότι το Κάιρο εγκαταλείπει τη συνεργασία του με την Ελλάδα. Σημαίνει ότι η Τουρκία επιχειρεί να επεκτείνει την επιρροή της σε έναν χώρο όπου η αιγυπτιακή παρουσία υπήρξε παραδοσιακά ισχυρή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αλλαγή στην προεδρία του λιβυκού κοινοβουλίου. Το Reuters συνδέει τη διευκόλυνση της έγκρισης με την αντικατάσταση του Αγκίλα Σάλεχ, ο οποίος θεωρούνταν στενά συνδεδεμένος με την Αίγυπτο.
Η Αίγυπτος μπροστά σε ένα σύνθετο δίλημμα
Το Κάιρο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαφορετικές προτεραιότητες τη διατήρηση επιρροής στη Λιβύη, την ασφάλεια των δυτικών συνόρων του, τις σχέσεις με την Τουρκία και τη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα.
Η πιθανότητα περαιτέρω τουρκικής διείσδυσης στην ανατολική Λιβύη δημιουργεί νέες απαιτήσεις για την αιγυπτιακή διπλωματία.
Για την Αθήνα, αυτό καθιστά σημαντικό τον διαρκή συντονισμό με το Κάιρο, χωρίς να θεωρείται δεδομένο ότι οι προτεραιότητες των δύο χωρών ταυτίζονται σε κάθε ζήτημα.
Η ενεργειακή διάσταση και τα συμφέροντα νότια της Κρήτης

Η γεωπολιτική αντιπαράθεση συνδέεται άμεσα με τις ενεργειακές έρευνες. Η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε διαδικασίες για έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης, με συμμετοχή διεθνών ενεργειακών εταιρειών.
Το Reuters σημειώνει ότι η Άγκυρα είχε χαρακτηρίσει παράνομες τις ελληνικές πρωτοβουλίες που σχετίζονται με περιοχές ενδιαφέροντος της Chevron. Η συμμετοχή αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων προσθέτει μια ακόμη παράμετρο στην εξίσωση.
Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρείται ότι η παρουσία μιας αμερικανικής εταιρείας εξασφαλίζει αυτομάτως συγκεκριμένη διπλωματική ή στρατιωτική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ενεργειακή συνεργασία και οι κρατικές γεωπολιτικές επιλογές συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται.
Γιατί η ενέργεια λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος
Οι ενεργειακές δραστηριότητες δεν αφορούν αποκλειστικά την εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων. Συνδέονται με επενδύσεις, τεχνικές υποδομές, διεθνείς συμβάσεις και μακροχρόνια οικονομική παρουσία.
Μέσα από αυτές τις διαδικασίες, τα κράτη μπορούν να ενισχύσουν την πρακτική παρουσία τους σε θαλάσσιες περιοχές όπου προβάλλουν δικαιώματα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία επιδιώκει να συνδέσει τη συμφωνία του 2019 με τη λιβυκή ενεργειακή συνεργασία.
Για την Ελλάδα, η συνέχιση νόμιμων ενεργειακών δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με τη διπλωματική τεκμηρίωση των θέσεών της, αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της ευρύτερης στρατηγικής της.
Η ελληνική διπλωματία και το πρόβλημα της Βεγγάζης
Η απόφαση της ανατολικής λιβυκής Βουλής επαναφέρει στο προσκήνιο την αποτελεσματικότητα των ελληνικών διπλωματικών επαφών.
Η Αθήνα είχε επιχειρήσει τα προηγούμενα χρόνια να διατηρήσει διαύλους επικοινωνίας τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη. Παρά τις επαφές αυτές, η ανατολική πλευρά επέλεξε τελικά να εγκρίνει τη συμφωνία με την Τουρκία. Η εξέλιξη δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο η ελληνική παρουσία στη Λιβύη είχε αποκτήσει επαρκή πολιτικά και οικονομικά ερείσματα.
Σύμφωνα με την Καθημερινή, η Αθήνα εξετάζει τις διαθέσιμες διπλωματικές και νομικές επιλογές, ενώ το υπουργείο Εξωτερικών έχει διαμηνύσει ότι θα προβεί στις κατάλληλες ενέργειες για τη διαφύλαξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Η αποτίμηση, πάντως, απαιτεί διάκριση ανάμεσα στο αποτέλεσμα και στα αίτια.
Η έγκριση του μνημονίου αποτελεί δυσμενή διπλωματική εξέλιξη για την ελληνική θέση. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι μία συγκεκριμένη ελληνική ενέργεια ή παράλειψη προκάλεσε την απόφαση. Οι εσωτερικές ισορροπίες στη Λιβύη, τα οικονομικά συμφέροντα και οι σχέσεις της οικογένειας Χαφτάρ με ξένες δυνάμεις συνιστούν παράγοντες που πρέπει επίσης να συνεκτιμηθούν.
Τρία πιθανά γεωπολιτικά σενάρια
Η νέα κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Τα ακόλουθα αποτελούν σενάρια ανάλυσης και όχι βεβαιότητες.
Σενάριο πρώτο: Εμβάθυνση της τουρκολιβυκής συνεργασίας
Η Άγκυρα και η Βεγγάζη ενδέχεται να επεκτείνουν τη συνεργασία τους σε στρατιωτικό, οικονομικό και ενεργειακό επίπεδο.
Σε αυτή την περίπτωση, η Τουρκία θα αποκτούσε περισσότερα μέσα επιρροής στο σύνολο της Λιβύης. Η εξέλιξη θα δημιουργούσε πρόσθετες διπλωματικές προκλήσεις για την Ελλάδα και την Αίγυπτο.
Σενάριο δεύτερο: Διατήρηση της νομικής αντιπαράθεσης χωρίς ουσιαστική κλιμάκωση
Η Τουρκία και η Λιβύη μπορεί να συνεχίσουν να υποστηρίζουν το μνημόνιο, χωρίς να προχωρήσουν σε κινήσεις που θα προκαλούσαν άμεση αντιπαράθεση στη θάλασσα.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι αντικρουόμενες διεκδικήσεις θα εξακολουθούσαν να υφίστανται, ενώ οι διπλωματικές και ενεργειακές δραστηριότητες θα εξελίσσονταν παράλληλα.
Σενάριο τρίτο: Νέες εντάσεις γύρω από ενεργειακές και θαλάσσιες έρευνες
Η πραγματοποίηση ερευνών σε περιοχές με επικαλυπτόμενες αξιώσεις θα μπορούσε να προκαλέσει νέες αντιδράσεις.
Σε αυτή την περίπτωση, ιδιαίτερη σημασία θα είχαν η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διπλωματικές πρωτοβουλίες της Αιγύπτου και οι επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών. Το συγκεκριμένο σενάριο δεν είναι αναπόφευκτο, αλλά αποτελεί έναν από τους κινδύνους που προκύπτουν από τη συνύπαρξη αντικρουόμενων θαλάσσιων διεκδικήσεων.
Η επόμενη ημέρα για τα ελληνικά συμφέροντα
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κατάσταση όπου η νομική τεκμηρίωση των θέσεών της παραμένει απαραίτητη, αλλά η διπλωματική κινητικότητα αποκτά αυξανόμενη σημασία. Η νέα προσέγγιση Άγκυρας–Βεγγάζης δείχνει ότι οι συμμαχίες στη Μεσόγειο δεν είναι στατικές.
Οι χώρες προσαρμόζουν τις σχέσεις τους με βάση την ασφάλεια, την οικονομία, την ενέργεια και τις εσωτερικές πολιτικές επιδιώξεις τους.
Για την ελληνική εξωτερική πολιτική, προκύπτουν ορισμένες κρίσιμες προτεραιότητες:
Διατήρηση ουσιαστικής επικοινωνίας με όλες τις λιβυκές πολιτικές πλευρές.
Ενίσχυση του συντονισμού με την Αίγυπτο και την Κύπρο.
Συνεχής ανάδειξη των ελληνικών νομικών θέσεων σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς.
Στήριξη των νόμιμων ενεργειακών και θαλάσσιων δραστηριοτήτων.
Αποφυγή της αντίληψης ότι οι περιφερειακές ισορροπίες παραμένουν αμετάβλητες.
Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η επιλογή ανάμεσα στη διπλωματία και στην αποτροπή. Είναι η διαμόρφωση μιας συνεκτικής πολιτικής στην οποία οι δύο αυτές λειτουργίες συμπληρώνουν η μία την άλλη.
Συμπέρασμα: Η Τουρκία μεταβάλλει τις συμμαχίες, η Ελλάδα καλείται να αξιολογήσει τα νέα δεδομένα
Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο επανέρχεται στο επίκεντρο της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι επειδή άλλαξε το κείμενό του, αλλά επειδή μεταβλήθηκε η πολιτική στάση ενός σημαντικού λιβυκού παράγοντα.
Η έγκρισή του από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης αποτυπώνει την επιτυχία της Άγκυρας να αναπτύξει σχέσεις με δυνάμεις που προηγουμένως την αντιμετώπιζαν ως αντίπαλο.
Η εξέλιξη δεν ακυρώνει τα ελληνικά θαλάσσια δικαιώματα ούτε μεταβάλλει αυτομάτως το διεθνές νομικό πλαίσιο. Δημιουργεί, όμως, νέα διπλωματικά δεδομένα, τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Το κεντρικό γεωπολιτικό δίδαγμα είναι ότι στη Μεσόγειο η ισχύς δεν διαμορφώνεται μόνο από τις συμφωνίες που υπογράφονται, αλλά και από τις συμμαχίες που οικοδομούνται για να τις υποστηρίξουν.
Για την Ελλάδα, η προστασία των εθνικών συμφερόντων απαιτεί νομική συνέπεια, ενεργό διπλωματία, αξιόπιστη αποτροπή και διαρκή παρουσία στις περιφερειακές εξελίξεις. Διότι οι θαλάσσιες ζώνες δεν είναι απλώς γραμμές πάνω σε έναν χάρτη. Συνδέονται με την κυριαρχία, την οικονομική προοπτική και τη στρατηγική θέση του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

