Με μια ευρείας κλίμακας επιχείρηση της Ελληνικής Αστυνομίας εξαρθρώθηκαν δύο εγκληματικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην εμπορία κοκαΐνης και κάνναβης στην ευρύτερη περιοχή των Μεγάρων. Οι αρχές προχώρησαν σε πέντε συλλήψεις, ενώ αποκαλύφθηκε πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο καλλιέργειας κάνναβης.
Ιστορικό Υπόβαθρο της Υπόθεσης
Η πρώτη εγκληματική ομάδα φέρεται να δρα από τον Ιανουάριο του 2025, με αρχηγό έναν 31χρονο. Σύμφωνα με τις αρχές, είχε αναπτύξει ένα οργανωμένο δίκτυο διακίνησης κοκαΐνης με ξεκάθαρη ιεραρχία, δομή και μέσα επικοινωνίας που περιελάμβαναν κωδικοποιημένα μηνύματα μέσω εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης.
Η δεύτερη ομάδα, με αρχηγό έναν 55χρονο, είχε προσανατολιστεί στην κάνναβη και είχε ξεκινήσει την εγκληματική της δραστηριότητα τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 2025.
Η Αστυνομική Επιχείρηση
Κατά την επιχείρηση, εντοπίστηκε αποθήκη στα Μέγαρα που λειτουργούσε ως εργαστήριο παραγωγής κάνναβης. Οι αστυνομικές αρχές κατέσχεσαν 89 δενδρύλλια, πλήρες σύστημα καλλιέργειας (λάμπες, εξαεριστήρες κ.ά.), ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, χρηματικά ποσά, και εξοπλισμό συσκευασίας.
Παράλληλα, κατασχέθηκαν:
1,6 γραμμάρια κοκαΐνης
16,7 γραμμάρια κάνναβης
Πιστόλι κρότου και αεροβόλο
5.220 ευρώ
Τρία κινητά τηλέφωνα
Αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνταν για τις παραδόσεις
Ο Τρόπος Δράσης
Και οι δύο οργανώσεις χρησιμοποιούσαν σύγχρονες μεθόδους απόκρυψης και διανομής των ναρκωτικών:
Κωδικοποιημένες επικοινωνίες
Delivery σε προσυμφωνημένα σημεία
Απόκρυψη σε τοποθεσίες όπου στη συνέχεια γινόταν η παραλαβή
Παράδοση κατ’ οίκον ή σε “στέκια”
Η πρώτη ομάδα φαίνεται πως είχε πραγματοποιήσει τουλάχιστον 406 συναλλαγές, με εκτιμώμενο κέρδος άνω των 24.000 ευρώ.
Νομικές Επιπτώσεις και Κατηγορίες
Οι πέντε συλληφθέντες (ηλικίας 20, 21, 31 και 55 ετών) κατηγορούνται για:
Παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών
Κατοχή και χρήση όπλων
Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες
Αντίσταση και βία κατά υπαλλήλων
Η δικογραφία περιλαμβάνει συνολικά δώδεκα άτομα, με επτά να παραμένουν υπό διερεύνηση.
Η υπόθεση αποκαλύπτει το μέγεθος της υπογειοποίησης του εμπορίου ναρκωτικών ακόμα και σε περιοχές που δεν θεωρούνται “πιάτσες”. Η χρήση εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης, η οργάνωση με «τιμοκαταλόγους» και η πολυμορφία στον τρόπο παράδοσης φανερώνουν πόσο έχει προσαρμοστεί η εγκληματικότητα στις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες.
Το κράτος, αν και δείχνει αντανακλαστικά, ακολουθεί συχνά παρωχημένα μοντέλα δίωξης. Το γεγονός ότι χρειάστηκε τόσος χρόνος για να εντοπιστεί ένα τόσο καλά οργανωμένο κύκλωμα, δείχνει πόσο καλά εδραιωμένα είναι αυτά τα δίκτυα.
Το κύκλωμα ενισχύει το επιχείρημα ότι η δυτική Αττική έχει εξελιχθεί σε κόμβο διακίνησης, με άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλεια των πολιτών. Επιπλέον, η εξάρθρωση τέτοιων ομάδων δεν αρκεί αν δεν συνοδευτεί από σοβαρό επανασχεδιασμό στις υπηρεσίες καταστολής, πρόληψης και παρακολούθησης.
