Μια μόλις ημέρα μετά τον δεύτερο γύρο διαπραγματεύσεων στην Κωνσταντινούπολη, ο ουκρανικός στρατός επέστρεψε στην τακτική των στοχευμένων χτυπημάτων με στόχο κρίσιμες υποδομές. Η κρατική Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας (SBU) ανακοίνωσε την Τρίτη 3 Ιουνίου ένα νέο, εντυπωσιακό πλήγμα: την ανατίναξη υποθαλάσσιων στηριγμάτων της Γέφυρας της Κριμαίας με 1.100 κιλά εκρηκτικά.
Η Γέφυρα της Κριμαίας, που ενώνει τη Ρωσία με τη χερσόνησο την οποία η Μόσχα προσάρτησε το 2014, αποτελεί έναν από τους βασικούς διαδρόμους ανεφοδιασμού για τις ρωσικές δυνάμεις, ειδικά στο νότιο μέτωπο της Ουκρανίας. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της SBU, η έκρηξη έλαβε χώρα υποβρυχίως και προκάλεσε ζημιές σε πολλαπλούς πυλώνες, χωρίς ωστόσο να υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση από ρωσικές πηγές για την έκταση της καταστροφής.
Το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ενημέρωσης ανέφερε προσωρινή αναστολή λειτουργίας της γέφυρας μεταξύ 4 π.μ. και 7 π.μ., χωρίς να αιτιολογήσει το συμβάν. Αργότερα επιβεβαιώθηκε η επαναλειτουργία της, αλλά όχι το εύρος των ζημιών.
Η SBU, σε μία προκλητική δήλωση, σημείωσε: «Προηγουμένως είχαμε χτυπήσει τη Γέφυρα της Κριμαίας το 2022 και το 2023. Έτσι σήμερα συνεχίσαμε αυτή την παράδοση υποβρυχίως», τονίζοντας ότι η επιχείρηση είχε προετοιμαστεί επί μήνες.
Το Reuters επιβεβαίωσε τη γεωγραφική τοποθεσία του συμβάντος μέσω οπτικών στοιχείων, αν και δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα τον χρόνο λήψης του βίντεο.
Ρώσοι στρατιωτικοί αναλυτές, ωστόσο, υποβάθμισαν την επιχείρηση, κάνοντας λόγο για αποτυχημένο πλήγμα μέσω θαλάσσιου drone, ενώ δεν υπήρξαν αναφορές για διακοπή κυκλοφορίας μεγάλης διάρκειας ή καταστροφή της κύριας δομής.
Το χτύπημα εντάσσεται σε ευρύτερο επιχειρησιακό πλαίσιο της Ουκρανίας. Μόλις πριν δύο ημέρες, ξεκίνησε η επιχείρηση «Ιστός της Αράχνης» με εκτεταμένες επιθέσεις μέσω drones κατά ρωσικών στρατηγικών βομβαρδιστικών σε βάσεις εντός της ρωσικής επικράτειας.
Η Γέφυρα της Κριμαίας, μήκους 19 χιλιομέτρων, είναι το μοναδικό σταθερό σημείο σύνδεσης Ρωσίας–Κριμαίας και έχει ιδιαίτερη πολιτική και στρατιωτική σημασία για τη Μόσχα. Σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε μετά το 2014 ως σύμβολο εδραίωσης της ρωσικής κυριαρχίας στη χερσόνησο και φέρει την προσωπική σφραγίδα του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Η γέφυρα διαθέτει οδικό και σιδηροδρομικό τμήμα, υποστηριζόμενα από πασσάλους και καμάρες που επιτρέπουν τη ναυσιπλοΐα από την Αζοφική προς τη Μαύρη Θάλασσα. Κατά την εισβολή του 2022, η γέφυρα χρησίμευσε για τη μεταφορά ρωσικών στρατευμάτων στις περιοχές Χερσώνα και Ζαπορίζια.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η συνέχιση τέτοιων επιθέσεων στοχεύει όχι απλώς στον αποσυντονισμό της ρωσικής εφοδιαστικής αλυσίδας, αλλά και στη διαμόρφωση του διεθνούς κλίματος ως προς την αδυναμία της Μόσχας να διατηρήσει «ασφαλή» τα εμβληματικά της έργα. Πρόκειται για πόλεμο εικόνων, ισχύος και τεχνογνωσίας, με έμφαση στην ψυχολογική διάσταση του πολέμου.
