Η γεωστρατηγική ανάλυση της μεγαλύτερης κρίσης στη Μέση Ανατολή
Γράφει ο Αναστάσιος Βλαχάκης
Εισαγωγή…
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται για ακόμη μία φορά στο επίκεντρο της διεθνούς γεωπολιτικής. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών έχουν οδηγήσει πολλούς αναλυτές να μιλούν για τη σοβαρότερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ιράν και του Ισραήλ. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, οι συγκρούσεις μέσω συμμάχων και η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ συνθέτουν ένα εξαιρετικά εύθραυστο περιβάλλον, στο οποίο κάθε λανθασμένος υπολογισμός μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερη ανάφλεξη. Παράλληλα, εξακολουθούν να υπάρχουν διπλωματικές επαφές με τη διαμεσολάβηση του Ομάν, γεγονός που δείχνει ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές διατηρούν ακόμη έναν δίαυλο αποκλιμάκωσης, έστω και εύθραυστο.
Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι μόνο αν μπορεί να ξεσπάσει ένας μεγάλος πόλεμος. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί αυτή η αντιπαράθεση διαρκεί περισσότερο από επτά δεκαετίες και γιατί εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αστάθειας του διεθνούς συστήματος.
Οι πραγματικές ρίζες της σύγκρουσης
Η ιστορία δεν ξεκινά το 1979, αλλά αρκετά νωρίτερα. Το 1953, η ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ, σε επιχείρηση που υποστηρίχθηκε από τις αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών, θεωρείται από μεγάλο μέρος της ιρανικής πολιτικής σκέψης το σημείο όπου διαμορφώθηκε η βαθιά δυσπιστία απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιχείρηση επανέφερε και ενίσχυσε την εξουσία του Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος παρέμεινε βασικός σύμμαχος της Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Για την αμερικανική πλευρά, η επιλογή αυτή εντασσόταν στη στρατηγική ανάσχεσης της σοβιετικής επιρροής και στη διασφάλιση της πρόσβασης στις ενεργειακές πηγές της περιοχής. Για πολλούς Ιρανούς, όμως, αποτέλεσε παράδειγμα ξένης παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Η Ιρανική Επανάσταση του 1979
Η επανάσταση του 1979 ανέτρεψε πλήρως την περιφερειακή ισορροπία. Η μοναρχία κατέρρευσε και στη θέση της εγκαθιδρύθηκε η Ισλαμική Δημοκρατία υπό τον Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί. Το νέο καθεστώς υιοθέτησε μια ιδεολογία που συνδύαζε τον σιιτικό ισλαμισμό με την αντίθεση στην αμερικανική επιρροή και την απόρριψη του Ισραήλ ως νόμιμου κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης ρήξη με την Ουάσιγκτον και η διακοπή των σχέσεων με το Ισραήλ, το οποίο μέχρι τότε διατηρούσε στενή συνεργασία με το Ιράν του Σάχη.
Η κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη και η ομηρία δεκάδων Αμερικανών διπλωματών για περισσότερο από έναν χρόνο μετέτρεψαν την κρίση σε σημείο καμπής για τις σχέσεις των δύο χωρών. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η αμοιβαία δυσπιστία έγινε μόνιμο χαρακτηριστικό της πολιτικής τους.
Από τους συμμάχους στους αντιπάλους
Λίγοι θυμούνται σήμερα ότι, πριν από το 1979, το Ιράν και το Ισραήλ διατηρούσαν στενή συνεργασία σε τομείς όπως η άμυνα, οι πληροφορίες και η ενέργεια. Το Ιράν προμήθευε σημαντικές ποσότητες πετρελαίου στο Ισραήλ και οι δύο χώρες αντάλλασσαν πληροφορίες ασφαλείας. Η Ιρανική Επανάσταση ανέτρεψε αυτή τη σχέση και η Τεχεράνη υιοθέτησε σταθερά φιλοπαλαιστινιακή στάση, ενώ άρχισε να στηρίζει οργανώσεις που αντιμάχονταν το Ισραήλ.
Για το Ισραήλ, η αλλαγή αυτή δημιούργησε έναν νέο στρατηγικό αντίπαλο με αυξανόμενη επιρροή σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η γέννηση του «Άξονα της Αντίστασης»
Αντί να επιδιώξει στρατιωτική ισοδυναμία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τεχεράνη επένδυσε σε ένα διαφορετικό μοντέλο ισχύος. Μέσω των Φρουρών της Επανάστασης και ειδικότερα της Δύναμης Κουντς, ανέπτυξε σχέσεις με ένοπλες οργανώσεις και συμμάχους στην περιοχή. Σταδιακά διαμορφώθηκε αυτό που σήμερα περιγράφεται ως «Άξονας της Αντίστασης». Ένα δίκτυο κρατικών και μη κρατικών δρώντων που αντιτίθενται στην αμερικανική και ισραηλινή επιρροή.
Η στρατηγική αυτή επέτρεψε στο Ιράν να προβάλλει ισχύ πέρα από τα σύνορά του χωρίς να εμπλέκεται άμεσα σε κάθε σύγκρουση, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος οποιασδήποτε στρατιωτικής ενέργειας εναντίον του.
Το πυρηνικό πρόγραμμα αλλάζει τους κανόνες
Η αποκάλυψη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποτέλεσε νέα καμπή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές χώρες υποστήριξαν ότι υπήρχαν σοβαρές ανησυχίες για ενδεχόμενη στρατιωτική διάσταση του προγράμματος. Το Ιράν επέμενε ότι το πρόγραμμα είχε αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς.
Η αντιπαράθεση αυτή οδήγησε σε κυρώσεις, κυβερνοεπιθέσεις, μυστικές επιχειρήσεις και επανειλημμένες προσπάθειες διαπραγμάτευσης, με σημαντικότερο σταθμό τη συμφωνία για τα πυρηνικά (JCPOA) του 2015, από την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν αργότερα επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ.
Η περίοδος μετά το 2020
Η στοχευμένη επιχείρηση που οδήγησε στον θάνατο του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί το 2020 αύξησε δραματικά την ένταση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Έκτοτε, η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε ακόμη περισσότερο στο πεδίο των πυραύλων, των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, του κυβερνοπολέμου και των συγκρούσεων μέσω περιφερειακών συμμάχων. Παράλληλα, η ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ και των θαλάσσιων ενεργειακών οδών απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τη διεθνή οικονομία.
Συμπέρασμα…
Η σημερινή κρίση δεν αποτελεί αποτέλεσμα μερικών πρόσφατων επεισοδίων. Είναι το αποκορύφωμα μιας μακράς ιστορικής πορείας, στην οποία ιδεολογικές διαφορές, γεωπολιτικά συμφέροντα, ενεργειακές ισορροπίες και περιφερειακές φιλοδοξίες αλληλεπιδρούν εδώ και δεκαετίες.
Για να εκτιμηθεί αν ο κόσμος βρίσκεται πράγματι μπροστά σε μια νέα μεγάλη σύγκρουση, δεν αρκεί η εξέταση της ιστορίας. Απαιτείται κατανόηση των πραγματικών στρατιωτικών δυνατοτήτων, των στρατηγικών υπολογισμών και των ορίων κάθε πλευράς. Αυτή θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου κεφαλαίου της μελέτης.
Η ανάλυση συνεχίζεται…
Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος του Sahiel.gr θα αναλύσουμε τις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες των ΗΠΑ, του Ιράν και του Ισραήλ, εξετάζοντας ποια πλευρά διαθέτει το στρατηγικό πλεονέκτημα και ποια είναι τα πιθανά επιχειρησιακά σενάρια μιας ευρύτερης σύγκρουσης.

