Σε μία στιγμή που η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά στο χείλος της φλόγας, η Τουρκία σπεύδει να τοποθετηθεί ως εν δυνάμει διαμεσολαβητής ανάμεσα στις εμπλεκόμενες πλευρές. Η σφοδρή στρατιωτική επιχείρηση του Ισραήλ κατά του Ιράν και οι εκατέρωθεν επιθέσεις έχουν σημάνει παγκόσμιο συναγερμό, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να συγκαλεί έκτακτη σύσκεψη ασφαλείας στο Προεδρικό Μέγαρο στην Άγκυρα.
Στη σύσκεψη συμμετείχαν οι πιο στενοί συνεργάτες του σε θέματα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής: ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ο υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ, ο αρχηγός της ΜΙΤ Ιμπραχίμ Καλίν και ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος ΑΚΡ, Ομέρ Τσελίκ.
Η Στάση της Τουρκίας:
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Διεύθυνσης Επικοινωνίας της τουρκικής προεδρίας, ο Ερντογάν υπογράμμισε ότι η μόνη βιώσιμη λύση στη διαμάχη είναι η συνέχιση των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Σε τηλεφωνική του επικοινωνία με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φέρεται να εξέφρασε την ανησυχία του για την ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της έντασης και ζήτησε στήριξη για διπλωματική αποκλιμάκωση.
Παράλληλα, είχε άμεση επικοινωνία με τον νέο πρόεδρο του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, στον οποίο ξεκαθάρισε ότι «οι ισραηλινές επιθέσεις παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο» και «αποσκοπούν στο να τινάξουν στον αέρα τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις».
Διπλωματική Επίθεση Ερντογάν:
Η Άγκυρα δείχνει ξεκάθαρα ότι επιδιώκει να ανακτήσει τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης-κλειδί στη Μέση Ανατολή. Ο Ερντογάν είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με:
Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν (Σαουδική Αραβία)
Αμπντάλα Β’ (Ιορδανία)
Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι (Αίγυπτος)
Αχμέντ αλ Σαράα (μεταβατικός πρόεδρος Συρίας)
Σαχμπάζ Σαρίφ (πρωθυπουργός Πακιστάν)
Το μοτίβο είναι σαφές: οικοδόμηση μετώπου του μουσουλμανικού κόσμου εναντίον των ισραηλινών επιθέσεων, με την Τουρκία στον ρόλο του ισορροπιστή.
Ο Ταγίπ Ερντογάν, με τα έμπειρα πολιτικά του αντανακλαστικά, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία για να:
προβληθεί ως ειρηνοποιός ηγέτης
κερδίσει πόντους στον ισλαμικό κόσμο, ιδιαίτερα σε χώρες που βλέπουν με καχυποψία την επιθετικότητα του Ισραήλ
υποβαθμίσει τον ρόλο του Ιράν, επαναφέροντας την Τουρκία στο επίκεντρο των διαμεσολαβητικών πρωτοβουλιών
Ωστόσο, η ουσία είναι ότι η Τουρκία προσπαθεί να αποτρέψει μια πολεμική ανάφλεξη που θα μπορούσε να παρασύρει και την ίδια, ειδικά αν η σύγκρουση εξαπλωθεί σε Συρία και Βόρειο Ιράκ – περιοχές με έντονη τουρκική στρατιωτική παρουσία.
Ο Ταγίπ Ερντογάν προσπαθεί να:
Αναβάθμιση του τουρκικού διπλωματικού ρόλου: Εάν η Τουρκία εμφανιστεί ως ρυθμιστής και συνομιλητής με ΗΠΑ–Ιράν–Αραβες, ενδέχεται να πιέσει και για μεγαλύτερη επιρροή σε θέματα της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου.
Αναζωπύρωση ισλαμικού αφηγήματος: Η νέα διπλωματική κινητικότητα της Άγκυρας μπορεί να δώσει ώθηση σε φιλοτουρκικά ή φιλοϊσλαμικά κινήματα στην ευρύτερη περιοχή, επηρεάζοντας έμμεσα ακόμη και τις ισορροπίες στα Βαλκάνια.
Πίεση στη Δύση για διπλωματική παρέμβαση: Η Άγκυρα προσφέρει έτοιμη «πλατφόρμα» διαλόγου. Αυτό μπορεί να φανεί ελκυστικό σε ΕΕ και ΗΠΑ, όμως η Δύση πρέπει να σταθμίσει τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας και τη συχνή πολιτική της διγλωσσία.
Η Τουρκία βλέπει στην κρίση Ισραήλ–Ιράν μια ευκαιρία επαναφοράς της γεωπολιτικής της επιρροής. Με διπλωματική ένταση, ρητορικές κορώνες και ισλαμικό παλμό, ο Ερντογάν στήνει το δικό του παίγνιο. Όμως, πίσω από τις δηλώσεις περί ειρήνης, κρύβεται ένα σαφές γεωστρατηγικό στοίχημα: να είναι η Άγκυρα – και όχι η Τεχεράνη – ο συνομιλητής της Ουάσινγκτον στην περιοχή.
