Περίληψη Άρθρου
–
Sahiel.gr
- Η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ υποχωρεί στο 33%, καθώς αυξάνεται η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο με το Ιράν.
- Μόλις το 31% των Αμερικανών υποστηρίζει τη στρατιωτική δράση, ενώ η κόπωση αρχίζει να εμφανίζεται ακόμη και στη ρεπουμπλικανική βάση.
- Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών φοβάται ότι η σύγκρουση θα εξελιχθεί σε παρατεταμένο πόλεμο χωρίς σαφή διέξοδο.
- Η άνοδος του ενεργειακού κόστους και των τιμών ενισχύει την εσωτερική πίεση προς τον Λευκό Οίκο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
- Ο πόλεμος δημιουργεί πολιτική αντίφαση για το «America First», καθώς ο Τραμπ καλείται να συνδυάσει στρατιωτικό αποτέλεσμα στο Ιράν με τις απαιτήσεις της αμερικανικής κοινωνίας.
Η πολεμική αναμέτρηση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν εξελίσσεται πλέον όχι μόνο σε στρατιωτική και γεωπολιτική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, αλλά και σε σοβαρό εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Νέα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι η υποστήριξη των Αμερικανών προς τη στρατιωτική δράση μειώνεται, ενώ η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό της κυβέρνησης φαίνεται να ενισχύεται η ανησυχία για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει ένας παρατεταμένος πόλεμος στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή ο Τραμπ είχε επιστρέψει στον Λευκό Οίκο έχοντας οικοδομήσει σημαντικό μέρος της πολιτικής του αφήγησης γύρω από δύο δεσμεύσεις: τον περιορισμό του κόστους ζωής και την αποφυγή μακροχρόνιων στρατιωτικών εμπλοκών.
Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, και οι δύο αυτές δεσμεύσεις βρίσκονται πλέον υπό έντονη πίεση.
Στο 33% η αποδοχή του Τραμπ
Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos που ολοκληρώθηκε στις 24 Αυγούστου, μόλις το 33% των Αμερικανών εγκρίνει την επίδοση του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία.
Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγράψει το Reuters/Ipsos για τον Τραμπ είτε κατά την πρώτη είτε κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η μεταβολή που έχει σημειωθεί από την έναρξη της σύγκρουσης: σύμφωνα με τα στοιχεία του Reuters/Ipsos, η αποδοχή του Τραμπ έχει υποχωρήσει από περίπου 40% στο 33% από τότε που άρχισε ο πόλεμος.
Δεν πρόκειται επομένως για μια απλή δημοσκοπική διακύμανση χωρίς πολιτικό υπόβαθρο. Η διάρκεια του πολέμου, το ενεργειακό κόστος και η γενικότερη οικονομική πίεση αρχίζουν να δημιουργούν ένα επικίνδυνο μείγμα για τον Λευκό Οίκο.
Μόλις το 31% υποστηρίζει πλέον τον πόλεμο
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται στην ίδια την αποδοχή της στρατιωτικής εμπλοκής.
Η δημοσκόπηση Reuters/Ipsos δείχνει ότι μόλις 31% των Αμερικανών υποστηρίζει τη στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν, έναντι 37% τον Μάρτιο και 34% νωρίτερα τον Αύγουστο.
Αντίθετα, σύμφωνα με νεότερο ρεπορτάζ του Reuters, περίπου 63% αποδοκιμάζει τον πόλεμο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η φθορά δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς ή στους πολιτικούς αντιπάλους του Τραμπ.
Η υποστήριξη μεταξύ των Ρεπουμπλικανών μειώθηκε επίσης. Περίπου 69% των Ρεπουμπλικανών που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση υποστηρίζουν πλέον τον πόλεμο, έναντι 77% τον Μάρτιο.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο προειδοποιητικό σημάδι για τον Λευκό Οίκο.
Ένας πρόεδρος μπορεί να αντέξει την έντονη αντίθεση των πολιτικών του αντιπάλων. Πολύ δυσκολότερα όμως αντιμετωπίζει τη σταδιακή κόπωση της ίδιας του της εκλογικής βάσης.
Το 83% φοβάται έναν παρατεταμένο πόλεμο
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το στοιχείο σχετικά με τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Περίπου 83% των Αμερικανών θεωρεί πλέον ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, από 80% νωρίτερα μέσα στον Αύγουστο.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές αντιφάσεις για τον Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον ηγέτη που θα απέφευγε τις ατελείωτες στρατιωτικές περιπέτειες και θα έβαζε τα αμερικανικά συμφέροντα πάνω από τις μακροχρόνιες εμπλοκές στο εξωτερικό.
Η πραγματικότητα όμως έξι μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης είναι διαφορετική.
Το Ιράν δεν έχει συνθηκολογήσει, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σοβαρή πηγή διεθνούς αβεβαιότητας και δεν υπάρχει ακόμη σαφής δρόμος προς τον τερματισμό του πολέμου. Το Reuters χαρακτηρίζει την κατάσταση ως ένα βαθιά αντιδημοφιλές αδιέξοδο, με σημαντικές συνέπειες τόσο για την αμερικανική πολιτική όσο και για την παγκόσμια οικονομία.
Η οικονομία μετατρέπει τον πόλεμο σε εσωτερικό πρόβλημα
Οι περισσότεροι πόλεμοι αρχίζουν να μετατρέπονται σε πραγματική πολιτική απειλή για μια κυβέρνηση όταν ο πολίτης αισθανθεί το κόστος τους στην καθημερινότητά του.
Και αυτό φαίνεται ότι συμβαίνει πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η διατάραξη των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει επηρεάσει τις διεθνείς αγορές πετρελαίου, ενώ οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο. Σύμφωνα με το Reuters, οι τιμές της βενζίνης ήταν στα τέλη Αυγούστου περισσότερο από ένα δολάριο ανά γαλόνι υψηλότερες σε σχέση με την περίοδο πριν από τη σύγκρουση.
Αυτό πλήττει τον Τραμπ σε ένα από τα ισχυρότερα σημεία της προεκλογικής του επιχειρηματολογίας: την υπόσχεση ότι θα περιορίσει τον πληθωρισμό και θα μειώσει το οικονομικό βάρος για τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Ακόμη πιο ανησυχητική εικόνα από το UMass Amherst
Τα στοιχεία του Reuters δεν αποτελούν μεμονωμένη ένδειξη.
Νέα εθνική δημοσκόπηση του University of Massachusetts Amherst, η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 21 και 26 Αυγούστου σε 1.000 ερωτηθέντες, καταγράφει ακόμη χαμηλότερη συνολική αποδοχή του Αμερικανού προέδρου.
Μόλις 32% εγκρίνει την επίδοση του Τραμπ, ενώ 64% την αποδοκιμάζει.
Παράλληλα, 68% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τον πόλεμο στο Ιράν, ενώ 54% αποδοκιμάζει συνολικά τις αμερικανικές στρατιωτικές ενέργειες εναντίον της Τεχεράνης.
Τα οικονομικά στοιχεία της ίδιας δημοσκόπησης είναι ακόμη πιο εντυπωσιακά.
Συνολικά 80% συμφωνεί ότι η επίθεση στο Ιράν αύξησε το κόστος της βενζίνης και των τροφίμων.
Παράλληλα:
- 55% θεωρεί ότι ο πόλεμος ήταν λάθος
- 57% διαφωνεί ότι η επίθεση έκανε τις ΗΠΑ ασφαλέστερες
- 54% διαφωνεί ότι θα κάνει τον κόσμο περισσότερο σταθερό
- 55% θεωρεί ότι η σύγκρουση έχει αποδυναμώσει την ικανότητα του αμερικανικού στρατού να ανταποκριθεί σε άλλες κρίσεις
Τα δεδομένα αυτά παρουσιάζουν μια εικόνα που υπερβαίνει την απλή πτώση της δημοτικότητας ενός προέδρου. Δείχνουν ότι σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας αμφισβητεί πλέον τόσο το οικονομικό όσο και το στρατηγικό όφελος του πολέμου.
Ρωγμές ακόμη και στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών
Η δημοσκόπηση του UMass εντοπίζει και ένα δεύτερο πρόβλημα. Η αποδοχή του Τραμπ μεταξύ των Ρεπουμπλικανών έχει μειωθεί κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες από τον Απρίλιο του 2025, από 89% σε 75%.
Περίπου ένας στους τέσσερις Ρεπουμπλικανούς δηλώνει πλέον ότι αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ ασκεί τα καθήκοντά του.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτό δεν σημαίνει κατάρρευση του κινήματος MAGA ούτε μαζική εγκατάλειψη του Τραμπ από τη βάση του. Αποτελεί όμως σαφή προειδοποίηση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Φόβοι στον Λευκό Οίκο για τις εκλογές του Νοεμβρίου
Η πολιτική διάσταση του προβλήματος γίνεται ακόμη πιο καθαρή από σημερινό δημοσίευμα του Reuters.
Σύμφωνα με τέσσερις πηγές που επικαλείται το πρακτορείο, κορυφαίοι συνεργάτες του Τραμπ πιέζουν ώστε να αποφευχθεί νέα μεγάλη κλιμάκωση του πολέμου πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Ο στόχος φέρεται να είναι η διατήρηση της σύγκρουσης σε όσο το δυνατόν χαμηλότερη ένταση, ώστε ο πόλεμος και οι υψηλές τιμές των καυσίμων να μην κυριαρχήσουν στην προεκλογική ατζέντα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η κυβέρνηση στρέφει προς το παρόν μεγαλύτερο βάρος στην οικονομική πίεση και στις κυρώσεις κατά του Ιράν, ενώ ενδεχόμενη ενίσχυση των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να εξεταστεί μετά τις εκλογές.
Χαρακτηριστική είναι η φράση αξιωματούχου του Λευκού Οίκου που επικαλείται το Reuters η κυβέρνηση εξακολουθεί να ασκεί πίεση στην Τεχεράνη, αλλά «ο Νοέμβριος αποτελεί προτεραιότητα».
Εάν οι πληροφορίες αυτές αποτυπώνουν πράγματι τον κυβερνητικό σχεδιασμό, τότε η εσωτερική πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ αρχίζει πλέον να επηρεάζει άμεσα και τον τρόπο διαχείρισης του πολέμου.
Η στρατιωτική πίεση αποτελεί δεύτερο πονοκέφαλο
Υπάρχει όμως και ένας παράγοντας που δεν αφορά τις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με το Reuters, μια περίοδος σχετικής αποκλιμάκωσης θα μπορούσε να επιτρέψει στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να αναπληρώσουν αποθέματα πυρομαχικών που έχουν μειωθεί σημαντικά στη διάρκεια της σύγκρουσης.
Σε ξεχωριστή ανάλυση για τους πρώτους έξι μήνες του πολέμου, το Reuters ανέφερε ότι οι ΗΠΑ έχουν καταναλώσει πολύ μεγάλο μέρος συγκεκριμένων κατηγοριών πυρομαχικών ακριβείας και αντιαεροπορικών αναχαιτιστών.
Η παρατεταμένη ανάπτυξη αμερικανικών αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή δημιουργεί παράλληλα ερωτήματα για την ετοιμότητα των ΗΠΑ σε άλλα μέτωπα.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον καλείται να διατηρεί στρατιωτική παρουσία όχι μόνο στη Μέση Ανατολή, αλλά ταυτόχρονα στην Ευρώπη και στον Ινδοειρηνικό.
Και ενώ συζητείται αποκλιμάκωση, ο πόλεμος κλιμακώνεται ξανά
Η μεγαλύτερη αντίφαση βρίσκεται στις τελευταίες εξελίξεις. Την ώρα που συνεργάτες του Τραμπ φέρονται να επιδιώκουν τη συγκράτηση της σύγκρουσης, ΗΠΑ και Ιράν πραγματοποίησαν στις 2 Σεπτεμβρίου τη μεγαλύτερη ανταλλαγή πληγμάτων από τον Ιούλιο.
Οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν στόχους στη νότια ακτή του Ιράν, μεταξύ των οποίων εγκαταστάσεις αεράμυνας, ραντάρ, ναυτικές υποδομές και δυνατότητες ναρκοθέτησης των Φρουρών της Επανάστασης.
Η Τεχεράνη απάντησε με πυραύλους και drones εναντίον αμερικανικών στόχων και εγκαταστάσεων στην ευρύτερη περιοχή, μεταξύ άλλων στην Ιορδανία, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και το Ιράκ. Η εξέλιξη αυτή δείχνει πόσο δύσκολο είναι να ελεγχθεί η δυναμική ενός πολέμου όταν έχει ήδη δημιουργηθεί ένας κύκλος επιθέσεων και αντιποίνων.
Η πολιτική επιθυμία για «ελεγχόμενη ένταση» δεν σημαίνει ότι και ο αντίπαλος θα κινηθεί σύμφωνα με τον ίδιο σχεδιασμό.
Η μεγάλη αντίφαση του «America First»
Εδώ βρίσκεται ίσως το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ.
Η φιλοσοφία του «America First» στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αντίληψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να αναλώνουν χρήματα, στρατιωτική ισχύ και πολιτικό κεφάλαιο σε πολέμους χωρίς σαφή και άμεσο όφελος για τον Αμερικανό πολίτη.
Σήμερα, όμως, σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας φαίνεται να αντιλαμβάνεται τον πόλεμο στο Ιράν με ακριβώς αυτούς τους όρους. Η δημοσκόπηση του UMass είναι χαρακτηριστική μόλις 27% συμφωνεί ότι η επίθεση στο Ιράν αποτελεί εφαρμογή της πολιτικής «America First», ενώ 55% διαφωνεί.
Αυτό είναι πολιτικά πολύ σοβαρότερο από μία απλή κακή δημοσκόπηση. Διότι αγγίζει την ίδια την ταυτότητα πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία.
Τι σημαίνει αυτό για τη συνέχεια του πολέμου
Η αμερικανική κοινή γνώμη δεν αποφασίζει μόνη της την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Όταν όμως πλησιάζουν κρίσιμες εκλογές, η εσωτερική πολιτική πίεση μπορεί να περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων μιας κυβέρνησης.
Ο Τραμπ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τρεις παράλληλες πιέσεις την ανάγκη να παρουσιάσει στρατηγικό αποτέλεσμα απέναντι στο Ιράν, την ανάγκη να αποφύγει περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση των Αμερικανών και την ανάγκη να προστατεύσει τις ισχνές πλειοψηφίες των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο.
Αυτοί οι στόχοι δεν είναι απαραίτητα συμβατοί μεταξύ τους.
Μια νέα μεγάλη στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να αυξήσει την πίεση στην Τεχεράνη, αλλά ταυτόχρονα να εκτοξεύσει ξανά τις τιμές της ενέργειας και να επιβαρύνει περαιτέρω την αμερικανική κοινή γνώμη.
Από την άλλη πλευρά, μια υποχώρηση χωρίς σαφές αποτέλεσμα θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως αποτυχία μιας πολεμικής εκστρατείας που κόστισε σημαντικούς πόρους χωρίς να πετύχει πλήρως τους διακηρυγμένους στόχους της.
Ο πόλεμος επιστρέφει στην αμερικανική κάλπη
Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν περιορίζονται μόνο από τις στρατιωτικές δυνατότητες των αντιπάλων τους. Περιορίζονται και από την οικονομική αντοχή, τα διαθέσιμα αποθέματα, την κοινωνική συνοχή και — κυρίως — την πολιτική ανοχή των ίδιων των λαών τους.
Στην περίπτωση του πολέμου με το Ιράν, αυτή η παράμετρος αρχίζει να γίνεται ορατή.
Το 31% υποστήριξης στον πόλεμο, το 33% αποδοχής του Τραμπ στο Reuters/Ipsos και η ακόμη χαμηλότερη μέτρηση του 32% στο UMass δεν αποδεικνύουν ότι η προεδρία Τραμπ βρίσκεται αναγκαστικά μπροστά σε κατάρρευση. Δείχνουν όμως ότι η σύγκρουση έχει μεταφερθεί πλέον από τα πεδία της Μέσης Ανατολής στην εσωτερική πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και όσο πλησιάζει η 3η Νοεμβρίου, το κρίσιμο ερώτημα για τον Λευκό Οίκο γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο: Μπορεί η Ουάσιγκτον να συνεχίσει έναν πόλεμο που θέλει να κερδίσει στο εξωτερικό, όταν ολοένα περισσότεροι Αμερικανοί θεωρούν ότι τον πληρώνουν στο εσωτερικό;

