chatgpt
by
Sahiel
AI
- Η Ταϊβάν στο επίκεντρο της κρίσιμης συνόδου Τραμπ–Σι
- Το Πεκίνο πιέζει για παραχωρήσεις στις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊπέι
- Δασμοί, κυρώσεις και Ιράν καθορίζουν τη νέα ισορροπία ΗΠΑ–Κίνας
- Ο Τραμπ επιστρέφει στην Κίνα για πρώτη φορά μετά το 2017
- Η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο επιχειρούν να αποφύγουν νέα οικονομική σύγκρουση
Στο Πεκίνο στρέφεται το παγκόσμιο ενδιαφέρον, καθώς ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει τριήμερη επίσκεψη στην Κίνα για τη σημαντικότερη ίσως συνάντηση της νέας γεωπολιτικής περιόδου. Η σύνοδος κορυφής με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ διεξάγεται σε μια εξαιρετικά εύφλεκτη συγκυρία, με τον πόλεμο κατά του Ιράν, την κρίση στην Ταϊβάν και τον εμπορικό ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας να διαμορφώνουν ένα σκηνικό παγκόσμιας αβεβαιότητας.
Η επίσκεψη Τραμπ σηματοδοτεί το πρώτο ταξίδι Αμερικανού προέδρου στην Κίνα από το 2017, όταν ο ίδιος είχε επισκεφθεί το Πεκίνο κατά την πρώτη του θητεία. Όμως το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά από τότε. Η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα όχι μόνο οικονομικά αλλά και στρατηγικά, σε μια σύγκρουση που αγγίζει από την τεχνολογία και τις αλυσίδες εφοδιασμού έως τον Ειρηνικό και τη Μέση Ανατολή.
Στην κορυφή της ατζέντας του Σι Τζινπίνγκ βρίσκεται η Ταϊβάν
Για το Πεκίνο, το νησί αποτελεί αδιαπραγμάτευτο ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας. Παρότι η Ταϊβάν λειτουργεί ως de facto ανεξάρτητο κράτος με δική της κυβέρνηση, στρατό και θεσμούς, η Κίνα θεωρεί ότι πρόκειται για αποσχισθείσα επαρχία που οφείλει κάποια στιγμή να επανενωθεί με την ηπειρωτική χώρα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και αναγνώρισαν επίσημα την Κίνα δεκαετίες πριν, εξακολουθούν να στηρίζουν στρατιωτικά την Ταϊπέι μέσω του Taiwan Relations Act του 1979. Η Ουάσινγκτον έχει διαθέσει δισεκατομμύρια δολάρια σε οπλικά συστήματα, εκπαίδευση και ανταλλαγή πληροφοριών, διατηρώντας μια πολιτική «στρατηγικής ασάφειας» ως προς το αν θα υπερασπιστεί στρατιωτικά το νησί σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης.
Το Πεκίνο θεωρεί αυτή τη στάση άμεση παρέμβαση στις εσωτερικές του υποθέσεις.
Η κινεζική ηγεσία έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι το ζήτημα της Ταϊβάν θα τεθεί επιτακτικά στη σύνοδο κορυφής. Σε πρόσφατη επικοινωνία με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Κινέζος ΥΠΕΞ Γουάνγκ Γι χαρακτήρισε την Ταϊβάν «τον μεγαλύτερο κίνδυνο στις σχέσεις Κίνας–ΗΠΑ», ενώ η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον μίλησε ανοιχτά για «κόκκινη γραμμή» που δεν πρέπει να παραβιαστεί.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πλέον σε ένα κομβικό ζήτημα: Τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν. Το αμερικανικό Κογκρέσο έχει ήδη εγκρίνει πακέτο στρατιωτικής βοήθειας ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όμως απαιτείται η τελική υπογραφή του Τραμπ για να προχωρήσει.
Αναλυτές εκτιμούν ότι ο Σι Τζινπίνγκ θα επιχειρήσει να πείσει τον Αμερικανό πρόεδρο να παγώσει ή να περιορίσει το πακέτο. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε τεράστια στρατηγική νίκη για το Πεκίνο και παράλληλα σοβαρό πλήγμα για την κυβέρνηση της Ταϊβάν, η οποία βρίσκεται ήδη σε εσωτερική πολιτική σύγκρουση για τις αμυντικές δαπάνες και τη στρατηγική απέναντι στην Κίνα.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της προσωπικής πολιτικής προσέγγισης του Τραμπ. Σε αντίθεση με τις πιο σταθερές γραμμές προηγούμενων αμερικανικών κυβερνήσεων, ο Τραμπ θεωρείται απρόβλεπτος και συχνά διαπραγματεύεται γεωπολιτικά ζητήματα με όρους οικονομικής συναλλαγής. Αυτό προκαλεί ανησυχία τόσο στην Ταϊπέι όσο και σε συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία. Πέρα όμως από την Ταϊβάν, ο Σι θέλει να αποκαταστήσει ένα πιο σταθερό πλαίσιο σχέσεων με την Ουάσινγκτον μετά από σχεδόν δύο χρόνια έντασης. Ο νέος εμπορικός πόλεμος που ξέσπασε μετά την επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο έφερε τις δύο οικονομίες στα πρόθυρα πλήρους οικονομικής σύγκρουσης.
Οι δύο πλευρές επέβαλαν αμοιβαίους δασμούς που ξεπέρασαν κατά περιόδους το 100%, ενώ ακολούθησαν περιορισμοί στις εξαγωγές, κυρώσεις και οικονομικά αντίποινα. Αν και τον Μάιο συμφωνήθηκε προσωρινή παύση των μέτρων, η αβεβαιότητα παραμένει.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το μέτωπο του Ιράν.
Η Ουάσινγκτον έχει επιβάλει νέες κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες και διυλιστήρια που κατηγορούνται ότι αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο ή βοηθούν την Τεχεράνη στην παραγωγή drones και πυραυλικών συστημάτων. Το Πεκίνο απάντησε με οδηγία προς τις εταιρείες του να αγνοήσουν τις αμερικανικές κυρώσεις, κλιμακώνοντας τη σύγκρουση. Για την Κίνα, το βασικό ζητούμενο είναι η προβλεψιμότητα. Η κινεζική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με επιβράδυνση, κρίση στην αγορά ακινήτων και έντονες πιέσεις στις εξαγωγές. Το Πεκίνο χρειάζεται σταθερότητα για να σχεδιάσει τη στρατηγική του έως το τέλος της θητείας Τραμπ το 2029. Από την πλευρά του, ο Τραμπ επιδιώκει να εμφανιστεί ως ηγέτης που μπορεί να επιβάλει νέους όρους στην Κίνα χωρίς να οδηγήσει τον κόσμο σε ανεξέλεγκτη οικονομική αποσύνδεση. Παρά τη σκληρή ρητορική, ο Αμερικανός πρόεδρος γνωρίζει ότι μια ολοκληρωτική ρήξη με το Πεκίνο θα προκαλούσε σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία, στις αγορές και στην αμερικανική βιομηχανία.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η σύνοδος θα αποτελέσει αφετηρία μιας ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης ή αν θα μετατραπεί σε ακόμη έναν σταθμό στη σταδιακή ψυχροπολεμική αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη.
Γιατί πίσω από τους δασμούς, τα όπλα και τις διπλωματικές δηλώσεις κρύβεται κάτι βαθύτερο: Η μάχη για τη νέα παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Και σε αυτή τη μάχη, η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο ανάφλεξης του 21ου αιώνα. Η συνάντηση Τραμπ–Σι δεν αφορά μόνο δύο ηγέτες. Αφορά το μέλλον της παγκόσμιας ισορροπίας, την ασφάλεια στην Ασία και το αν ο κόσμος οδηγείται σε συνεννόηση ή σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής σύγκρουσης χωρίς σταθερούς κανόνες.
Εξωτερικές πηγές: Al Jazeera, Reuters, Financial Times, Bloomberg, The Wall Street Journal
